Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Safety
01
ασφάλεια, προστασία
the condition of being protected and not affected by any potential risk or threat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The company prioritizes safety by regularly inspecting equipment and training employees to avoid accidents.
Η εταιρεία δίνει προτεραιότητα στην ασφάλεια ελέγχοντας τακτικά τον εξοπλισμό και εκπαιδεύοντας τους εργαζόμενους για να αποφευχθούν ατυχήματα.
02
ασφάλεια, καταφύγιο
a safe place
03
ασφάλεια, ασφαλής χτύπημα
a base hit that allows the batter to reach base safely without being put out by the defense
Παραδείγματα
The outfielder misjudged the fly ball, resulting in a safety.
Ο εξωτερικός παίκτης misjudged την μπαλιά, με αποτέλεσμα μια ασφαλή βολή.
04
ασφάλεια, συσκευή ασφαλείας
a device or mechanism designed to prevent injury or accidents by reducing risks or hazards
Παραδείγματα
The seatbelt is an essential safety feature in every vehicle.
Η ζώνη ασφαλείας είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό ασφαλείας σε κάθε όχημα.
05
ασφάλεια, safety
a defensive score worth two points, earned when the offense is tackled in their own end zone
Παραδείγματα
The safety gave their team a two-point lead.
Η ασφάλεια έδωσε στην ομάδα τους προβάδισμα δύο πόντων.
06
προφυλακτικό, κοντομ
contraceptive device consisting of a sheath of thin rubber or latex that is worn over the penis during intercourse



























