safely
safe
ˈseɪf
σειφ
ly
li
λι
sanelysafetysagely

Ορισμός και σημασία του "safely"στα αγγλικά

01

με ασφάλεια, χωρίς κίνδυνο

in a way that avoids harm or danger 
safely definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The lifeguard watched the swimmers carefully to ensure they played safely in the pool. 

Ο ναυαγοσώστης παρακολουθούσε προσεκτικά τους κολυμβητές για να διασφαλίσει ότι έπαιζαν με ασφάλεια στην πισίνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unsafely
safely
safe
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store