sabbath
sa
ˈsæ
sā
bbath
bəθ
bēth

Ορισμός και σημασία του "sabbath"στα αγγλικά

01

σαββάτο, ημέρα ανάπαυσης

a day of rest and religious observance, traditionally observed weekly 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sabbaths
Παραδείγματα
Many families attend synagogue on the sabbath. 

Πολλές οικογένειες παρακολουθούν τη συναγωγή το Σάββατο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store