Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rut
01
ρουτίνα, αυλάκι
a fixed, boring routine that is difficult to break or escape
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ruts
Παραδείγματα
He was stuck in a rut at his job.
Ήταν κολλημένος σε μια ρουτίνα στη δουλειά του.
02
αυλακιά, ίχνος
a groove or track made in a road by cars driving over it many times
Παραδείγματα
The dirt road was full of deep ruts after the heavy rain.
Ο χωματόδρομος ήταν γεμάτος βαθιά αυλακώματα μετά τη βροχή.
03
οίστρος, περίοδος οίστρου
applies to nonhuman mammals: a state or period of heightened sexual arousal and activity
to rut
01
βρίσκομαι σε οίστρο, μπαίνω σε οίστρο
to go through a period of sexual activity or sexual aggression, especially in certain animals during their mating season
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rut
γ΄ ενικό πρόσωπο
ruts
ενεστώτα μετοχή
rutting
απλός αόριστος
rutted
παθητική μετοχή
rutted
02
αλοώνω, χαράσσω
hollow out in the form of a furrow or groove
Λεξικό Δέντρο
ruttish
rutty
rut



























