Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rut
01
ρουτίνα, αυλάκι
a fixed, boring routine that is difficult to break or escape
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ruts
Παραδείγματα
After years in the same role, he was in a professional rut.
Μετά από χρόνια στον ίδιο ρόλο, βρισκόταν σε μια επαγγελματική ρουτίνα.
02
αυλακιά, ίχνος
a groove or track made in a road by cars driving over it many times
Παραδείγματα
The ruts made driving difficult for small cars.
Οι αυλακώσεις έκαναν την οδήγηση δύσκολη για τα μικρά αυτοκίνητα.
03
οίστρος, περίοδος οίστρου
applies to nonhuman mammals: a state or period of heightened sexual arousal and activity
to rut
01
βρίσκομαι σε οίστρο, μπαίνω σε οίστρο
to go through a period of sexual activity or sexual aggression, especially in certain animals during their mating season
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rut
γ΄ ενικό πρόσωπο
ruts
ενεστώτα μετοχή
rutting
απλός αόριστος
rutted
παθητική μετοχή
rutted
02
αλοώνω, χαράσσω
hollow out in the form of a furrow or groove
Λεξικό Δέντρο
ruttish
rutty
rut



























