Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rusty
01
σκουριασμένος, οξειδωμένος
covered with a reddish or brownish coating called rust that forms on iron or steel when exposed to moisture and air
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
rustiest
συγκριτικός βαθμός
rustier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The old bike was rusty after being left outside for years.
Το παλιό ποδήλατο ήταν σκουριασμένο αφού είχε μείνει έξω για χρόνια.
02
σκουριασμένος, χρώματος σκουριάς
of the brown color of rust
03
αρχαίος, σκουριασμένος
ancient
04
σκουριασμένος, αμελέτητος
describing a skill that is not as good as before, because of neglect or lack of practice
Παραδείγματα
His rusty tennis skills made it hard for him to keep up with the game.
Οι σκουριασμένες δεξιότητές του στο τένις του έκαναν δύσκολο να συμβαδίσει με το παιχνίδι.
Λεξικό Δέντρο
rusty
rust



























