Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rustling
01
θροισμένος, ψιθυριστός
having a soft, light, and whispery sound
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rustling
συγκριτικός βαθμός
more rustling
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sound, nature, perception
Παραδείγματα
The rustling leaves in the gentle breeze created a calming melody in the forest.
Τα θροισμένα φύλλα στον απαλό αέρα δημιούργησαν μια χαλαρωτική μελωδία στο δάσος.
Rustling
01
κλοπή βοοειδών, κλεψιά βοοειδών
the stealing of cattle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
θρόισμα, ψίθυρος
a light noise, like the noise of silk clothing or leaves blowing in the wind
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
rustling
rustle



























