rustling
rust
ˈrʌs
ras
ling
lɪng
ling
rumblingrusting

Ορισμός και σημασία του "rustling"στα αγγλικά

01

θροισμένος, ψιθυριστός

having a soft, light, and whispery sound 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rustling
συγκριτικός βαθμός
more rustling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The rustling leaves in the gentle breeze created a calming melody in the forest. 

Τα θροισμένα φύλλα στον απαλό αέρα δημιούργησαν μια χαλαρωτική μελωδία στο δάσος.

01

κλοπή βοοειδών, κλεψιά βοοειδών

the stealing of cattle 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

θρόισμα, ψίθυρος

a light noise, like the noise of silk clothing or leaves blowing in the wind 

Λεξικό Δέντρο

rustling
rustle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store