to run around
run
ˈrʌn
ran
a
ə
ē
round
raʊnd
rawnd
run about

Ορισμός και σημασία του "run around"στα αγγλικά

to run around
01

τρέχω γύρω, παίζω

to play energetically and noisily 
to run around definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
run
ενεστώτας
run around
γ΄ ενικό πρόσωπο
runs around
ενεστώτα μετοχή
running around
απλός αόριστος
ran around
παθητική μετοχή
run around
Παραδείγματα
The kids run around the backyard, playing catch. 

Τα παιδιά τρέχουν γύρω από την πίσω αυλή, παίζοντας μπαλιά.

02

τρέχω πέρα δώθε, είμαι πάντα απασχολημένος

to be extremely busy and involved in various tasks or activities 
Παραδείγματα
She's constantly running around, managing work, household chores, and her kids' activities. 

Τρέχει συνεχώς, διαχειριζόμενη τη δουλειά, τις οικιακές εργασίες και τις δραστηριότητες των παιδιών της.

03

τρέχω με άλλους, απατώ

to cheat on or be unfaithful to a romantic partner 
αργκό
Παραδείγματα
He was running around behind her back. 

Έτρεχε πίσω από την πλάτη της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store