run-on
run
rʌn
ran
on
ɒn
on
renown

Ορισμός και σημασία του "run-on"στα αγγλικά

01

ενζαμπμαν, συνεχής συνέχεια

a continuation of a line of poetry to the next without a pause or punctuation at the end 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
run-ons
Παραδείγματα
He employed run-ons to emphasize the continuous nature of his thoughts. 

Χρησιμοποίησε ενσαρκώσεις για να τονίσει τη συνεχή φύση των σκέψεών του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store