Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rumor
01
φήμη, κουτσομπολιό
a piece of information or story that is circulated among a group of people, often without being confirmed as true or accurate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rumors
to rumor
01
διαδίδω φήμες, κυκλοφορώ πληροφορίες
to spread or tell information unverified information or gossip, often without knowing if it is true
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rumor
γ΄ ενικό πρόσωπο
rumors
ενεστώτα μετοχή
rumoring
απλός αόριστος
rumored
παθητική μετοχή
rumored
Παραδείγματα
He was rumored to have been involved in the scandal.
Υπήρχαν φήμες ότι είχε εμπλακεί στο σκάνδαλο.



























