rummy
ru
ˈrə
ρα
mmy
mi
μι
/ɹˈʌmi/

Ορισμός και σημασία του "rummy"στα αγγλικά

01

παράξενος, ασυνήθιστος

beyond or deviating from the usual or expected
rummy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
rummiest
συγκριτικός βαθμός
rummier
διαβαθμίσιμο
01

ράμι, παιχνίδι ράμι

a game of cards that its players aim to form the right combinations of sequences or sets
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rummies
02

μέθυσος, αλκοολικός

a chronic drinker

Λεξικό Δέντρο

rummy
rum
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store