Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rummy
01
παράξενος, ασυνήθιστος
beyond or deviating from the usual or expected
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
rummiest
συγκριτικός βαθμός
rummier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, evaluation, unusualness
Rummy
01
ράμι, παιχνίδι ράμι
a game of cards that its players aim to form the right combinations of sequences or sets
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rummies
02
μέθυσος, αλκοολικός
a chronic drinker
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
rummy
rum



























