bathing cap
ba
ˈbeɪ
μπει
thing
ðɪng
δινγκ
cap
kæp
καιπ

Ορισμός και σημασία του "bathing cap"στα αγγλικά

01

καπέλο μπάνιου, καπάκι κολύμβησης

a tight, waterproof hat worn while swimming to keep hair dry and protect it from pool chemicals 
bathing cap definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bathing caps
Παραδείγματα
She wore a bright yellow bathing cap to keep her hair dry in the pool. 

Φόρεσε ένα φωτεινό κίτρινο καλύπτρα μπάνιου για να κρατήσει τα μαλλιά της στεγνά στην πισίνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store