Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ruefulness
01
θλίψη, μετάνοια
sadness associated with some wrong done or some disappointment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
ruefulness
rueful
rue



























