Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rue
01
αγριοδάφνη
a perennial herb with bitter-tasting leaves used for culinary and medicinal purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rues
Παραδείγματα
The garden path was lined with the bluish-green foliage of rue.
Το μονοπάτι του κήπου ήταν περιστοιχισμένο με το γαλαζοπράσινο φύλλωμα της πήγανος.
02
μετάνοια, λύπη
a feeling of regret or sadness over something wrong done or a missed opportunity
Παραδείγματα
His rue for betraying their trust never left him.
Η μετάνοιά του για την προδοσία της εμπιστοσύνης τους δεν τον άφησε ποτέ.
to rue
01
μετανιώνω, λυπάμαι
to feel regret or sorrow for something
Transitive: to rue sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
rue
γ΄ ενικό πρόσωπο
rues
ενεστώτα μετοχή
ruing
απλός αόριστος
rued
παθητική μετοχή
rued
Παραδείγματα
People often rue the consequences of their actions when faced with challenges.
Οι άνθρωποι συχνά μετανιώνουν τις συνέπειες των πράξεών τους όταν αντιμετωπίζουν προκλήσεις.
Λεξικό Δέντρο
rueful
rue



























