Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rudeness
01
αγένεια, αδιακρισία
the quality of being impolite, ill-mannered, or discourteous in behavior or speech
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His rudeness towards the staff was evident when he didn't say thank you.
Η αγένειά του προς το προσωπικό ήταν εμφανής όταν δεν είπε ευχαριστώ.
02
αγένεια, τραχύτητα
a wild or unrefined state
Λεξικό Δέντρο
rudeness
rude



























