rudeness
rude
ˈru:d
rood
ness
nəs
nēs
ruddiness

Ορισμός και σημασία του "rudeness"στα αγγλικά

01

αγένεια, αδιακρισία

the quality of being impolite, ill-mannered, or discourteous in behavior or speech 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
His rudeness towards the staff was evident when he didn't say thank you. 

Η αγένειά του προς το προσωπικό ήταν εμφανής όταν δεν είπε ευχαριστώ.

02

αγένεια, τραχύτητα

a wild or unrefined state 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

rudeness
rude
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store