Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rubberstamp
01
εγκρίνω αυτόματα, επικυρώνω χωρίς έλεγχο
approve automatically
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rubberstamp
γ΄ ενικό πρόσωπο
rubberstamps
ενεστώτα μετοχή
rubberstamping
απλός αόριστος
rubberstamped
παθητική μετοχή
rubberstamped
02
επιδοκιμάζω αυτόματα, σφραγίζω
to officially approve something such as a decision, resolution, etc. without proper consideration



























