Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rubber stamp
01
λαστιχένια σφραγίδα, σφραγίδα από καουτσούκ
a handheld tool that is used for imprinting a name, date, etc. onto a piece of paper
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rubber stamps
Παραδείγματα
The secretary stamped the document with the company's rubber stamp before filing it.
Η γραμματέας σφράγισε το έγγραφο με την γουμοσφραγίδα της εταιρείας πριν το αρχειοθετήσει.
02
λαστιχοσφραγίδα, αυτόματη έγκριση
approval or authorization given automatically or without independent judgment
Παραδείγματα
The committee acted as a rubber stamp for the director's decisions.
Η επιτροπή ενεργούσε ως λαστιχοσφραγίδα για τις αποφάσεις του διευθυντή.



























