rubber stamp
ru
ˈrʌ
ra
bber
stamp
stæmp
stāmp
rubberstamp

Ορισμός και σημασία του "rubber stamp"στα αγγλικά

01

λαστιχένια σφραγίδα, σφραγίδα από καουτσούκ

a handheld tool that is used for imprinting a name, date, etc. onto a piece of paper 
rubber stamp definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rubber stamps
Παραδείγματα
The secretary stamped the document with the company's rubber stamp before filing it. 

Η γραμματέας σφράγισε το έγγραφο με την γουμοσφραγίδα της εταιρείας πριν το αρχειοθετήσει.

02

λαστιχοσφραγίδα, αυτόματη έγκριση

approval or authorization given automatically or without independent judgment 
Παραδείγματα
The committee acted as a rubber stamp for the director's decisions. 

Η επιτροπή ενεργούσε ως λαστιχοσφραγίδα για τις αποφάσεις του διευθυντή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store