Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rubber boot
01
λαστιχένια μπότα, αδιάβροχη μπότα
a type of waterproof footwear made of rubber or other synthetic materials, designed to keep feet dry
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rubber boots



























