rubato
ru
roo
ba
ˈbɑ:
baa
to
təʊ
tew
rebato

Ορισμός και σημασία του "rubato"στα αγγλικά

01

ρουμπάτο, ευέλικτος ρυθμός

a flexible tempo; not strictly on the beat 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rubatos
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store