Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ace of spades
01
άσο μπαστούνι, άσο μπαστούνι
a person who is both aromantic and asexual
αργκό
Παραδείγματα
That ace of spades prefers friendships over romantic relationships.
02
άσος μπαστούνι, άσος μπαστούνι (μερικές φορές θεωρείται ως οιωνός θανάτου)
the ace in the spade suit; sometimes taken as a portent of death
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aces of spades



























