Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Round window
01
στρογγυλό παράθυρο, ωοειδές παράθυρο
a membrane-covered opening located in the inner ear
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
round windows



























