Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to round down
[phrase form: round]
01
στρογγυλοποίηση προς τα κάτω, στρογγυλοποίηση στον κατώτερο ακέραιο
to reduce a number to the closest lower whole number
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
round
ενεστώτας
round down
γ΄ ενικό πρόσωπο
rounds down
ενεστώτα μετοχή
rounding down
απλός αόριστος
rounded down
παθητική μετοχή
rounded down
Παραδείγματα
The financial analyst suggested rounding the percentages down for a conservative estimate.
Ο οικονομικός αναλυτής πρότεινε να στρογγυλοποιηθούν προς τα κάτω τα ποσοστά για μια συντηρητική εκτίμηση.



























