Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to round down
01
στρογγυλοποίηση προς τα κάτω, στρογγυλοποίηση στον κατώτερο ακέραιο
to reduce a number to the closest lower whole number
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
round
ενεστώτας
round down
γ΄ ενικό πρόσωπο
rounds down
ενεστώτα μετοχή
rounding down
απλός αόριστος
rounded down
παθητική μετοχή
rounded down
Παραδείγματα
She decided to round the result down to the nearest ten for simplicity.
Αποφάσισε να στρογγυλοποιήσει το αποτέλεσμα προς τα κάτω στο πλησιέστερο δέκα για απλότητα.



























