rottweiler
rott
ˈrɒt
rot
wei
waɪ
vai
ler

Ορισμός και σημασία του "Rottweiler"στα αγγλικά

01

Ρότβαϊλερ, Σκύλος ράτσας ροτβάιλερ

a large German dog with a strong body and short coat that is used to herd livestock 
Rottweiler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
Rottweilers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store