Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rottweiler
01
Ρότβαϊλερ, Σκύλος ράτσας ροτβάιλερ
a large German dog with a strong body and short coat that is used to herd livestock
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Rottweilers



























