rotor
ro
ˈrəʊ
rew
tor
votermotorfloaterlocomotor

Ορισμός και σημασία του "rotor"στα αγγλικά

01

ροτόρ, περιστρεφόμενο μέρος

the rotating part of a machine that revolves around a stationary part 
rotor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rotors
02

ροτόρ, περιστροφικός μηχανισμός

rotating mechanism consisting of an assembly of rotating airfoils 
03

ροτόρ, περιστρεφόμενος βραχίονας του διανομέα

the revolving bar of a distributor 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store