rotor
ro
ˈroʊ
ρου
tor
tɜr
τερρ
/ɹˈə‍ʊtɐ/

Ορισμός και σημασία του "rotor"στα αγγλικά

01

ροτόρ, περιστρεφόμενο μέρος

the rotating part of a machine that revolves around a stationary part
rotor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rotors
02

ροτόρ, περιστροφικός μηχανισμός

rotating mechanism consisting of an assembly of rotating airfoils
03

ροτόρ, περιστρεφόμενος βραχίονας του διανομέα

the revolving bar of a distributor
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store