Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rotor
01
ροτόρ, περιστρεφόμενο μέρος
the rotating part of a machine that revolves around a stationary part
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rotors
02
ροτόρ, περιστροφικός μηχανισμός
rotating mechanism consisting of an assembly of rotating airfoils
03
ροτόρ, περιστρεφόμενος βραχίονας του διανομέα
the revolving bar of a distributor



























