Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Basset
01
μπασέ, σκύλος μπασέ
a short-legged hound with smooth long coat originally used in hare hunting because of its rare ability to sense smell
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bassets
κύριο
to basset
01
εμφανίζομαι στην επιφάνεια, αναδύομαι
appear at the surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
basset
γ΄ ενικό πρόσωπο
bassets
ενεστώτα μετοχή
basseting
απλός αόριστος
basseted
παθητική μετοχή
basseted



























