roofing
roo
ˈru:
roo
fing
fɪng
fing
rooting

Ορισμός και σημασία του "roofing"στα αγγλικά

01

στέγαση, επικάλυψη οροφής

the process of constructing the roof of a building 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
roofings
02

υλικά στέγης, επικάλυψη στέγης

materials that are used for building a roof 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store