basophil
ba
ˈbeɪ
bei
so
səʊ
sew
phil
fɪl
fil
basophile

Ορισμός και σημασία του "basophil"στα αγγλικά

01

βασοφιλικό, βασοφιλικός κοκκιοκύτταρος

a type of white blood cell involved in allergic reactions and immune responses in the human body 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
basophils
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store