Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Roman nose
01
ρωμαϊκή μύτη, αετόμυτη
a large nose with a bridge that curves outward
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Roman noses
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ρωμαϊκή μύτη, αετόμυτη