role player
role
rəʊl
ρεουλ
player
pleɪə
πλειε

Ορισμός και σημασία του "role player"στα αγγλικά

01

ηθοποιός, ερμηνευτής ρόλων

a theatrical performer 
role player definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
role players
02

απατεώνας, κατασκευαστής

a person who makes deceitful pretenses 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store