rodent
rodent
rəʊdnt
rewdnt

Ορισμός και σημασία του "rodent"στα αγγλικά

01

τρωκτικό, τρωκτικό

any small mammal with a pair of strong front teeth, such as mice, hamsters, rats, etc. 
rodent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rodents
Παραδείγματα
The house mouse is a common rodent found in urban and rural areas around the world. 

Το ποντίκι σπιτιού είναι ένα κοινό τρωκτικό που βρίσκεται σε αστικές και αγροτικές περιοχές σε όλο τον κόσμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store