Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Basketball court
01
γήπεδο μπάσκετ, κort μπάσκετ
a rectangular playing surface with baskets or hoops at each end, used for playing the sport of basketball
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
basketball courts
Παραδείγματα
The local gym has a basketball court available for public use.
Το τοπικό γυμναστήριο διαθέτει γήπεδο μπάσκετ για δημόσια χρήση.



























