robotic
ro
rəʊ
rew
bo
ˈbɒ
bo
tic
tɪk
tik
somaticidioticchaoticerotic

Ορισμός και σημασία του "robotic"στα αγγλικά

01

ρομποτικός, μηχανικός

appearing mechanical or lacking emotion 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most robotic
συγκριτικός βαθμός
more robotic
διαβαθμίσιμο
02

ρομποτικός, αυτόματος

relating to or characteristic of robots, typically displaying automated or mechanical behavior 
Παραδείγματα
Robotic arms are widely used in manufacturing for precise and repetitive tasks. 

Τα ρομποτικά χέρια χρησιμοποιούνται ευρέως στη βιομηχανία για ακριβείς και επαναλαμβανόμενες εργασίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store