Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Robe
01
μπαμπουκ, ρόμπα
a loose piece of clothing worn indoors before taking a bath
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
robes
02
ρόμπα, μανδύας
a loose cloak worn on official occasions or special ceremonies
Παραδείγματα
She purchased a simple robe for the religious festival.
Αγόρασε ένα απλό ρόμπα για τη θρησκευτική γιορτή.
to robe
01
ντύνω, ενδύω
clothe formally; especially in ecclesiastical robes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
robe
γ΄ ενικό πρόσωπο
robes
ενεστώτα μετοχή
robing
απλός αόριστος
robed
παθητική μετοχή
robed
02
καλύπτω, τυλίγω
cover as if with clothing



























