Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Robber
01
ληστής, κλέφτης
a person who steals from someone or something using force or threat of violence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
robbers
Παραδείγματα
The robber brandished a weapon and demanded the cashier hand over the money from the register.
Ο ληστής κρατούσε όπλο και απαίτησε από τον ταμία να παραδώσει τα χρήματα από το ταμείο.



























