Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Roaster
01
ταψί ψησίματος, τηγάνι ψησίματος
a pan or tray used for cooking meat, poultry, and vegetables
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
roasters
02
ανόητος, γελωτοποιός
a person considered contemptible, foolish, or deserving ridicule
Dialect
British
offensive
slang
Παραδείγματα
That roaster laughed at his own failure.
Αυτός ο roaster γέλασε με την δική του αποτυχία.
03
ψησταριά, κρέας μεγάλου νεαρού κοτόπουλου άνω των 3 1/2 λιβρών κατάλληλο για ψήσιμο
flesh of a large young chicken over 3 1/2 lb suitable for roasting
04
ψηστής, σιτευτής
a cook who roasts food
05
δριμύς κριτικός, καυστικός λογοκριτής
a harsh or humorous critic (sometimes intended as a facetious compliment)
Λεξικό Δέντρο
roaster
roast



























