Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ringing
01
κουδούνισμα, ηχώ
a clear, resonant sound, often continuous, produced by a bell or similar device
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ringings
Παραδείγματα
The ringing of the church bell echoed through the village.
Ο κουδούνισμα της εκκλησιαστικής καμπάνας αντηχούσε στο χωριό.
02
αρραβώνας, χορήγηση δαχτυλιδιού αρραβώνα
the giving of a ring as a token of engagement
ringing
01
ηχηρός, αντηχών
having a resonant, often metallic or bell-like noise that carries far
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ringing
συγκριτικός βαθμός
more ringing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His ringing laughter filled the entire room.
Το ηχηρό γέλιο του γέμισε ολόκληρο το δωμάτιο.



























