Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ring up
01
καταγράφω, εκτελώ πώληση στο ταμείο
to perform and record a sale on a cash register
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
ring
ενεστώτας
ring up
γ΄ ενικό πρόσωπο
rings up
ενεστώτα μετοχή
ringing up
απλός αόριστος
rang up
παθητική μετοχή
rung up
02
τηλεφωνώ, καλώ
to make a phone call to someone
Dialect
British
Παραδείγματα
I will ring up the doctor to ask about the test results.
Θα τηλεφωνήσω στον γιατρό να ρωτήσω για τα αποτελέσματα των εξετάσεων.



























