Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
right-minded
01
ορθόδοξος, ορθολογιστικός
having a set of opinions, principles, or standards of behavior that most people approve of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most right-minded
συγκριτικός βαθμός
more right-minded
διαβαθμίσιμο



























