Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Barrier reef
01
κοραλλιογενής ύφαλος, φράγμα κοραλλιών
a long coral reef near and parallel to the shore
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
barrier reefs



























