Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to revere
01
λατρεύω, σέβομαι
to feel deep respect or admiration for someone or something
Transitive: to revere sb/sth
Παραδείγματα
The community members revere the wise elder for their wealth of knowledge and experience.
Τα μέλη της κοινότητας σέβονται τον σοφό γέροντα για τον πλούτο γνώσης και εμπειρίας τους.
02
σέβομαι, τιμώ
to honor or hold in deep respect, typically in a manner that falls short of worship
Transitive: to revere sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
revere
γ΄ ενικό πρόσωπο
reveres
ενεστώτα μετοχή
revering
απλός αόριστος
revered
παθητική μετοχή
revered
Παραδείγματα
Followers of the religion revere the prophet as a divine messenger, honoring his teachings and example in their daily lives.
Οι ακόλουθοι της θρησκείας σέβονται τον προφήτη ως θεϊκό αγγελιοφόρο, τιμώντας τις διδασκαλίες και το παράδειγμά του στην καθημερινή τους ζωή.
Revere
01
revers, ανατριχιά
a type of lapel on a woman's garment that is turned back to reveal the reverse side of the fabric, often used as a decorative or stylistic element in tailored clothing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reveres
Παραδείγματα
The jacket featured a satin revere that added a touch of elegance to the neckline.
Το σακάκι διέθετε ένα ρεβέρ από σατέν που πρόσθεσε μια αίσθηση κομψότητας στο ντεκολτέ.
Λεξικό Δέντρο
revered
reverence
reverent
revere



























