restless
Pronunciation
/ˈɹɛstɫəs/

Ορισμός και σημασία του "restless"στα αγγλικά

01

ανήσυχος, νευρικός

feeling uneasy or nervous
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most restless
συγκριτικός βαθμός
more restless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The hot and humid weather made everyone feel restless and uncomfortable.
Ο ζεστός και υγρός καιρός έκανε όλους να αισθάνονται ανήσυχοι και άβολα.
02

ανήσυχος, άστατος

constantly changing or moving without pause
Παραδείγματα
The restless crowd shifted nervously during the long wait.
Ο ανήσυχος όχλος μετακινήθηκε νευρικά κατά τη διάρκεια της μεγάλης αναμονής.
03

ανήσυχος, τεταραγμένος

lacking or not affording physical or mental rest

Λεξικό Δέντρο

restlessly
restlessness
restless
rest
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store