rested
res
ˈrɛs
res
ted
tɪd
tid
reseedrusted

Ορισμός και σημασία του "rested"στα αγγλικά

01

ξεκούραστος

feeling lively and energetic as a result of sufficient rest or sleep 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rested
συγκριτικός βαθμός
more rested
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store