Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to restart
01
ξεκινώ ξανά, επανεκκινώ
to begin something again
Transitive: to restart an activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
restart
γ΄ ενικό πρόσωπο
restarts
ενεστώτα μετοχή
restarting
απλός αόριστος
restarted
παθητική μετοχή
restarted
Παραδείγματα
She decided to restart her workout routine after a long hiatus.
Αποφάσισε να ξεκινήσει ξανά τη ρουτίνα της προπόνησης μετά από μια μεγάλη παύση.
02
επανεκκινώ, ξαναρχίζω
to start or turn on an engine or machine that has been stopped
Transitive: to restart device or engine
Παραδείγματα
After the brief power outage, he restarted the generator.
Μετά τη σύντομη διακοπή ρεύματος, επανέναψε τη γεννήτρια.
Λεξικό Δέντρο
restart
start



























