rest stop
Pronunciation
/ɹˈɛst stˈɑːp/

Ορισμός και σημασία του "rest stop"στα αγγλικά

01

χώρος ανάπαυσης, στάση ανάπαυσης

an area near a road where people can stop to eat food, rest, etc.
rest stop definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rest stops
Παραδείγματα
The rest stop featured a playground, making it a great place for kids to play.
Το σημείο ανάπαυσης διέθετε παιδική χαρά, καθιστώντας το ένα εξαιρετικό μέρος για παιχνίδι των παιδιών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store