respondent
Pronunciation
/ɹɪˈspɑndənt/

Ορισμός και σημασία του "respondent"στα αγγλικά

01

απαντών, συμμετέχων στη δημοσκόπηση

a person who answers or reacts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
respondents
Παραδείγματα
The online discussion allowed each participant to be a respondent, expressing their thoughts on the topic.
Η διαδικτυακή συζήτηση επέτρεψε σε κάθε συμμετέχοντα να είναι απαντών, εκφράζοντας τις σκέψεις τους για το θέμα.
02

εναγόμενος, κατηγορούμενος

the codefendant (especially in a divorce proceeding) who is accused of adultery with the corespondent
respondent
01

απαντητικός, ανταποκρινόμενος

replying
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store