Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Resignation
01
παραίτηση, αποχή
the act of giving up (a claim or office or possession etc.)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
resignations
03
παραίτηση, αποδοχή της απελπισίας
acceptance of despair



























