research worker
re
ri
search
ˈsɜ:ʧ
sēch
wor
wɜ:
ker

Ορισμός και σημασία του "research worker"στα αγγλικά

Research worker
01

ερευνητής, εργαζόμενος έρευνας

a scientist who devotes himself to doing research 
research worker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
research workers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store