Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Renting
01
ενοικίαση
the act of paying for the use of something (as an apartment or house or car)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
renting
rent



























