Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Renter
01
ενοικιαστής, μισθωτής
someone who pays rent to use land or a building or a car that is owned by someone else
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
renters
02
ενοικιαστής, ιδιοκτήτης
an owner of property who receives payment for its use by another person
Λεξικό Δέντρο
renter
rent



























