Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to renew
01
ανανεώνω, αντικαθιστώ
to replace something old or damaged with a new one
Transitive: to renew sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
renew
γ΄ ενικό πρόσωπο
renews
ενεστώτα μετοχή
renewing
απλός αόριστος
renewed
παθητική μετοχή
renewed
Παραδείγματα
The homeowner decided to renew the roof to fix leaks and improve energy efficiency.
Ο ιδιοκτήτης αποφάσισε να ανανεώσει την οροφή για να επιδιορθώσει τις διαρροές και να βελτιώσει την ενεργειακή απόδοση.
02
ανανεώνω
to arrange for a validity of something, such as a contract, license, etc. to be extended
Transitive: to renew a document
Παραδείγματα
She went to the office to renew her driver's license before it expired.
Πήγε στο γραφείο για να ανανεώσει το δίπλωμα οδήγησής της πριν λήξει.
Λεξικό Δέντρο
renewable
renewed
renewing
renew



























